Άλκη Ζέη «Η μωβ ομπρέλα»



Έγραψε η Αντριάνα Βαβουράκη




Η Ελευθερία, ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, ζει με τους γονείς της και τα μικρότερα δίδυμα αδέρφια της στην Αθήνα. Τ’ όνειρό της ήταν να γίνει δικηγόρος.

Η καλύτερη φίλη της ήταν η Βίτω, που είχε πλούσια γιαγιά, η οποία είχε μία μωβ ομπρέλα. Αυτήν την ομπρέλα, την ήθελαν για να δένουν τη γάτα τους και να την αφήσουν πάνω στην κερασιά για να δουν αν θα πετάξει.

Η μητέρα της Βίτως παντρευόταν κάποιον που δεν τον αγαπούσε ούτε εκείνη, αλλά ούτε και η Βίτω. Τον παντρευόταν επειδή ήταν πλούσιος και τον είχε προξενέψει η γιαγιά της Βίτως. Έτσι τη Ελευθερία την παρηγορούσε.



Τα δίδυμα κάθε μεσημέρι κατέβαιναν με τη βοήθεια της κερασιάς, όπου συναντούσαν τον μπαμπά της Βίτως του, τον κύριο Ριχάρδο. Τα δίδυμα δεν ήταν καλοί μαθητές και πήγαιναν στο θερινό σχολείο. Όμως δεν έκαναν τις εργασίες και ο πατέρας τους συνεχώς τους χτυπούσε με τη βέργα. Αποφάσισαν να το σκάσουν και να πάνε να βοσκήσουν πρόβατα. Ο κος Μαρσέλ, ο γείτονάς τους,  βρήκε τα δίδυμα και τα επέστρεψε στη  μητέρα τους. Τα τρία αδέρφια είχαν έναν πλούσιο καλόκαρδο θείο που  τον αγαπούσαν πολύ, επειδή τους πήγαινε πολλές βόλτες και τους έκανε ωραία δώρα.

Μόλις άρχισε ο πόλεμος στην Γαλλία ο κος Μαρσέλ φιλοξένησε τον ανιψιό του τον Μπενουά. Τα τρία αδέλφια δέθηκαν με τον Μπενουά που τους έμαθε να κάνουν πατίνια και ους βοηθούσε να πάρουν την μοβ ομπρέλα. Έτσι φτάνοντας στο σπίτι, τα δίδυμα θέλουν αμέσως να εφαρμόσουν το σχέδιο, ενώ ο Μπενουά περιμένει πίσω από τον τοίχο της διπλανής αυλής. Δυστυχώς όμως, τα παιδιά ανακάλυψαν ότι την κερασιά από την οποία θα πετούσαν την Μιμή, τη γάτα, την έκοψαν. Ο Μπενουά τους προτείνει τότε να ταξιδέψουν αυτά με την μοβ ομπρέλα και όχι  η Μιμή.

Έφτιαξαν έναν αυτοσχέδιο αερόστατο με την ομπρέλα και το καλάθι της μπουγάδας και περίμεναν το μεσημέρι για να πετάξουν με το νου τους.

Όταν φτάνει το μεσημέρι, ο Σάκης και ο Νούλης φαντάζονται ότι βρίσκονται ψηλά στον ουρανό, η Ελευθερία ότι βρίσκεται σε ένα νησί στο  βορρά και ο Μπενουά ότι  βλέπει το στρατόπεδο των Γερμανών όπου  βρίσκεται αιχμάλωτη η  μαμά του.

Στο τέλος όμως ο πατέρας των παιδιών βγαίνει στο μπαλκόνι τους βλέπει και τους  φωνάζει επειδή έκαναν φασαρία το μεσημέρι.

Σχόλια: Μέσα από τη φαντασία τους τα παιδιά επινοούν ιστορίες, παίζουν και διασκεδάζουν. Κι αυτή είναι η μόνη του έγνοια. Αντίθετα οι μεγάλοι προσπαθούν να αντέξουν τα σκληρή πραγματικότητα  γεγονός τα παιδιά δεν κατάφεραν. Έτσι ξεσπούν στα παιδιά τα οποία λόγω της νεαρής τους ηλικίας αντέχουν από τις ανησυχίες που βασανίζουν τους γονείς τους. ωστόσο το βιβλίο τελειώνει με ένα σημαντικό αλλά και χαρούμενο μήνυμα πως ότι κι αν γίνει πάντα η ζωή συνεχίζεται. Και τότε οι μεγάλοι δεν θα καταλάβουν την φαντασία των παιδιών.


Η  Αντριάνα Βαβουράκη είναι μαθήτρια της Α1 τάξης του 6ου Γυμνασίου Νέας Ιωνίας